Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

Ντοπιολαλιές, Λεξιλόγιο τοπικοί ιδιωματισμοί

Αβαδαίος ο , Μεγάλη αλογόμυγα. Δεν τα αφήνουνε τα ζα οι αβαδαίοι.
Αγανα τα , Τρίχες του σταχιού. Γιόμισαν τα ρούχα σου με άγανα.
Ακουμπέτι , Επιτέλους, τέλος πάντων. Δεν ήρθε ακουμπέτι ο Πάνος. Από το τουρκ. akibet.
Αλάργα, Μακριά. Αλάργα φίλε.
Αγλέουρας ο , Είδος φυτού. Έφαγε τον αγλέουρα. (Παράφαγε-Φούσκωσε).
Άλειμα το , Χοιρινό λίπος. Να σου φτιάξω αυγά με άλλειμα.
Αλογόπετρα η, Θειϊκός χαλκός, γαλαζόπετρα. Χρησιμοποιείται για ράντισμα των αμπελιών.
Αλισίβα η , Νερό βρασμένο και περασμένο μέσα από στάχτη . Χρησιμοποιείται στην πλύση ασπρορούχων στη μπουγάδα και σε μερικά σπιτίσια γλυκά και φαγητά π.χ. ρεβίθια , μουστοκούλουρα κ.λ.π.
Αντάρα η, Ομίχλη, Ταραχή.
Αντί το, Εξάρτημα του αργαλιού.
Απήγανος, Είδος φυτού. Σε ξορκίζω με τον απήγανο.
Αντρομίδα η , χοντρό στρωσίδι καμωμένο από μαλλί κατσίκας . Την έφαινε παλιά στο χωριό μας σε όρθιο αργαλιό και την κεντούσε με πολλά σχέδια και χρώματα η κυρά Πηνελόπη. Αυτή και η αδελφή της Καλομοίρα (χήρες ή γεροντοκόρες)έμεναν σένα χαμόσπιτο στα Μητακιάνικα δηλ. εκεί που σήμερα είναι η αυλή του Αντώνη του Γίδη. Ύφαιναν και ωραιότατες ταγάρες και ταγάρια χρυσοκέντητα.
Απόκλαρα, Κλαδιά δέντρου.
Αρταίνω και αρταίνομαι, τρώω σε περίοδο νηστείας κρέας , ψάρι κ.λ.π
Βαρυγκομάω ρ, δυσφορώ , δυσανασχετώ
Βετούλι το, χρονιάρικο κατσίκι.
Βηλάρι το, ύσασμα αργαλιού.
Βίτσα η, λεπτή βέργα.
Βουτσί το, Κρασοβάρελλο. Είναι σα βουτσί=κοντόχοντρος.
Γέννημα το, σιτάρι δημιτριακό. Καήκαν ούλα τα γεννήματα απ΄ την αναβροχιά.
Γερομπαμπαλής, πολύ γέρος.
Γεροξούρας, γέρος ξεμωραμένος, ξεκουτιάρης.
Γιούκος ο , Τα προικιά της νύφης στημένα τόνα πάνω στ’ άλλο .
Γούρνα η , Η μικρή στέρνα .
Γκιόσα, γερασμένη γίδα.
Γκλάβα, Χοντρικέφαλο. Κατεβάζει η γκλάβα του.
Γονατάρα η, περικνημίδα.
Γρουμπούλι το, στρογγυλός όγκος.
Διάφορο το , το κέδρος το όφελος (Νικάει η ζημιά το διάφορο. (παροιμία)).
Δεματικό το, στριφτή σίκαλη που δένουν τα δεμάτια.
Διάσελο το, αυχένας βουνών, κορυφογραμμή. Βγήκα ψηλά στα διάσελα.
Διάτανος, διάβολος.
Δικριάνι, γεωργικό εργαλείο για το λίχνισμα.
Δόλιος, κακόμοιρος, ταλαίπωρος.
Δούγα, βαγενόβεργα. Έγινε δούγα=μέθυσε.
Δρόλαπας , βροχή με δυνατό αέρα.
Δριμυνίτσα η, σκληρό σιτάρι.
Δρούγα η, βέργα του αδραχτιού.
Δρυμώνι το , μεγάλο κόσκινο με στρογγυλές τρύπες συνήθως από τσίγκο που κοσκινίζουν τους καρπούς. Τοζρησιμοποιόυσαν μετά το αλώνισμα για το σιτάρι, κριθάρι ,λαθούρι βίκο κ.λ.π.
Εμπατή, είσοδος,
Ζαβός ο, στραβός. Ζάβωσε η πόρτα.
Ζακόνι το, σηνήθεια, έθιμο. Το ΄χει χουι και ζακόνι.
Ζαλιά, ζάλα η, το φόρτωμα. Έφερε μια ζάλα ξύλα.
Ζαμάνια τα ,  Πολλά χρόνια . Συνήθως λέμε για κάποιον που έχουμε πολύ καιρό να τον δούμε . (Καιρούς και ζαμάνια έχω νασε δώ).
Ζεματάω, βράζω.
Ζεμπερέκι το, μπετούγια μοχλού που σηκώνεται με το πάτημα του μεγάλου δακτύλου.
Ζεύγλα η, ο ζυγός.
Ζουπαώ, πιέζω, ζουλιάζω.
Ζυγούρι το, διχρονίτικο αρνί.
ήρα η, ζιζάνιο των δημιτριακών. Τριβόλι. Γιόμισε το γέννημα ήρα.
ήσκα η, ευφλεκτο φυτίλι.
Θεμωνιά η, σωρός από δεμάτια.
Θέρμες, πυρετός ελονοσίας.
Θράκα η, αναμένα κάρβουνα.
Θρασίμι το, ψωφίμι, λέσι. Και οι λέξεις θράσιος, θρασότοπος.
Ζωντόβολο το, Ζώο, ζωντανό.
Λάγιος ο ,   Μαυριδερός ( λάγιο αρνί – μαύρο αρνί ).
Λάκα επιρ, α) τρέξε β) ένα ίσιο ανοιχτό μέρος
Λαχίδι, αγρόχτημα από λαχνό, κληρο.
Λιάρος, παρδαλός, ασπρόμαυρος. Ξεκόπηκε η λιάρα από το κοπάδι.
Λιθοπάτης, οίδημα, φουσκάλα στο πέλμα του ποδιού.
Μαγκλάρας ο, ο μεκαλοσωμος.
Μαρμάγκα η, Δηλητηριώδης αράχνη. Θα σε φάει η μαρμάγκα.
Μάσια η, σύνεργο για τη φωτιά.
Μάτα, πάλι, ξανά.
Ματαράτσι, Το στρώμα με «μούσια=φύλλα από τα καλαμπόκια»
Μεϊντάνι το, πλατεία, αλώνι. Βγήκαν ούλοι στο μεϊντάνι. Θα σε βγάλει στο μεϊντάνι.
Μελιγκόνια τα,  μικρά μυρμήγκια καφέ χρώματος
Μερελός ο, αυτός που τα έχει χαμένα
Μερεμέτι το, επιδιόρθωση, γιατρειά. Έχω να κάνω κάτι μερεμέτια.
Μιτάρι το, εξάρτημα του αργαλειού. και το ρήμα μιταρώνω=περνάω το στημώνι στα μιτάρια.
Μουντζαλιά η, λέρωμα με μελάνι.
Μουρχούτα η, πήλινο βαθύ πιάτο.
Μπάκα η, κοιλιά. Γέμισε η μπάκα του. 
Μπαλτνίμι το : Δερμάτινη ζώνη που συγκρατεί το σαμάρι του ζώου.
Μπατάκα η, η πατάτα.
Μπεζερίζω, κουράζομαι. Μπεζέρισα να καρτερώ.
Μπερεκέτι το, αφθονία. Καλά μπερεκέτια.
Μπίτι, καθόλου. Δεν έφαγ μπίτι.
Μπόλκα η, γυναικείο πανωφόρι , η ζακέτα
Μπομπότα η, ψωμί από καλαμποκάλευρο.
Μπονόρα (επιρ), νωρίς. Έφυγε μπονόρα-μπονόρα.
Μπουγιουρντί το, κοινοποίηση δυσάρεστου εγγράφου.
Μπούζι το, πάγος. Το νερό είναι μπούζι.
Μπούκα η, στόμιο. Πάνω στη μπούκα του κανονιού.
Μπούλμερη-Μπούρμπερη η, στάχτη, σκόνη. Να γίνει στάχτι και μπούλμπερι.
Μπούνια τα, τελευταίο όριο. Έφτασε μέχρι τα μπούνια.
Μπουρλιάζω-Βουρλιάζω, περνάω την κλωστή στη βελόνα. Βούρλιασέ μου τη βελόνα γιατί δε βλέπω.
Νάκα η, φορητή δερμάτινη κούνια μωρού.
Νισάφι το, ευσπλαχνία, έλεος. Νισάφι πια. (χάθηκε η υπομονή μου).
Νιτερέσι το, συμφέρον. Δεν έχω νιτερέσια.
Νομάτοι οι, άτομα πρόσωμα. Έχω δέκα νομάτους φαμελιά.
Νταγιαντώ, στηρίζομαι, υπομένω. Νταγιάντα να μη γύρει το σαμάρι.
Ντάλα, ντάλα μεσημέρι=καταμεσήμερο.
Νταμπλάς, συγκοπή, συμφώρηση. Του ήρθε νταμπλάς.
Νταρντάνα η, άξια μεγαλόσωμη γυναίκα.
Ντράβαλα, περιπέτειες. θά 'χουμε ντράβαλα.
Ντερλικώνω, τρώγω ακόρεστα.
Νογάω, καταλαβαίνω. Δεν νογάει τίποτα.
Νταβάς ο, το χαλκοματένιο ταψί.
Ξαμώνω, απλώνω χέρι, αποβλέπω.
Ξεκουμπίζω, εκδιώχνω. Αντε να ξεκουμπιστείς από μπροστά μου.
Ξεκατινιάζω, εξαντλώ από το βάρος. Τον ξεκατίνιασε τον άνθρωπο.
Ξελότζα, καλύβα.
Ξεματιάζω ρ ,  Ξεβασκάλω – λέω λόγια βασκανίας . 
Ξεφουσαίνω, αθόρυβα κλάνω.
Ξυλοσέλι το, Τα ξύλινα μέρη του σαμαριού.
Ξύσμα το, κομμάτι ξυσμένου φαγητού που έχει κολλήσει στην κατσαρόλα.
Ξυστρί το, Όργανο με το οποίο ξύνουμε τα ζώα για ανακούφιση.
Ούλος, όλος,
Ούγια η, περιθώριο.
Πάκια τα, νευραμιά.  Έπεσαν τα πάκια του.
Ουστ, λέξη για ζώα. Ουστ απο δώ.
Πατατούκα η , Πατατούκι Το βαρύ πανωφόρι 
Πλήμα εντελώς γεμάτο (ακόμη το λέμε και σε περίπτωση που γινόμαστε μούσκεμα που βρεχόμαστε ) Ακόμα λέμε και ένα είδος χοιροτροφής αποτελούμενη από πίτουρο και νερό σε αραιό χυλό
Σταχτοπάνι το ,  Ένα που το έβαζαν οι νοικοκυρές πάνω από την κόφα που είχαν μέσα μισοπλυμένα  ρούχα . Η κόφα έμπαινε σε καζάνι η σε σκάφη . Στο σταχτοπάνι έβαζαν στάχτη και έριχναν κάθε τόσο ζεματιστό νερό ώστε να γίνει αλισίβα  και να πλυθούν καλά τα ρούχα . 
Ταγάρι,  το , σάκος σακούλι που κρεμόταν από πλεκτό ταγαρόσκοινο καμωμένο από μαλλί κατσίκας ή πρόβατου σε όρθια αργαλιά . Χιλιοκεντημένα  στην ύφανση με πολλά χρώματα και σχέδια τα χρησιμοποιούσαν για τσάντες στα παζάρια που πήγαιναν για ψώνια , στις κουμπαριές και στα ταξίδια. 
Τζερεμές ο ,   Ο κακοπληρωτής.
Τρατάρω ρ ,   Κερνάω.
Φιλευώ ρ ,   Κερνάω. Δίνω κάτι στους επισκέπτες.
Χασομέρι το , το καθισιό , η απραξία.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου